ασκελής

(I)
ἀσκελής, -ές (Α)
1. ο πολύ ταλαιπωρημένος, ο καταβεβλημένος
2. επίρρ. ἀσκελές (αιτ. ουδ.) και ἀσκελέως
επίμονα, τραχιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης προελεύσεως τύπος με πολλές ερμηνευτικές δυσχέρειες. Μαρτυρείται στον Όμηρο και τον Νίκανδρο. Το θέμα σκελ-, που εκφράζει την έννοια της «ξηρότητας, σκληρότητας, τραχύτητας», ερμηνεύεται συνήθως ως συνδεόμενο με το ρ. σκέλλω «ξηραίνω, στεγνώνω» (πρβλ. επίσης σκληρός), ενώ η αναγωγή του σε τ. *σκέλος «ξηρότητα, σκληρότητα» προσκρούει στην ύπαρξη του ομωνύμου σκέλος «κάτω άκρο». Πολύ πιθανή θεωρείται η συσχέτιση με το περισκελής «ο πολύ σκληρός, ο τραχύς, ο πολύ ισχυρογνώμων». Δυσερμήνευτο, με σωρεία υποθέσεων, παραμένει το αρκτικό α-της λ.].
————————
(II)
ἀσκελής, -ές (Α)
1. αυτός που δεν έχει σκέλη («τὰ ἄποδα ὅλως ἀσκελῆ»)
2. (για ζυγαριά) ο ισοσκελής, ο ισόρροπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. ασκελής (σημ. 1) < α- στερ. + -σκελής < σκέλος, ασκελής (σημ. 2) < α-(αθροιστικό) + -σκελής < σκέλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκελής — dried up masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελῆ — ἀσκελής dried up neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσκελής dried up masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσκελής dried up masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελεῖς — ἀσκελής dried up masc/fem acc pl ἀσκελής dried up masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελές — ἀσκελής dried up masc/fem voc sg ἀσκελής dried up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελοῦς — ἀσκελής dried up masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελέες — ἀσκελής dried up masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελέως — ἀσκελής dried up adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελῶς — ἀσκελής dried up adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκελοποιός — ἀσκελοποιός, όν (Μ) (αποδίδεται στον Ασκληπιό) αυτός που δεν αφήνει κάτι να ξεραθεί ή να μαραθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασκελής (Ι) + ποιός < ποιώ] …   Dictionary of Greek

  • σκέλος — ους, το, ΝΜΑ 1. καθένα από τα κάτω άκρα τού ανθρώπου ή τα πίσω πόδια τού ζώου, που περιλαμβάνει τον μηρό, την κνήμη και το άκρο πόδι που καταλήγει στα δάχτυλα (α. «κολοβωμένα σκέλη» β. «τοῡ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη», ΚΔ γ. «τὰ σκέλη... καὶ τὰ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.